Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011









" Αν ρωτάτε για μένα,
συνεχίζω να έχω
μια μεγάλη περιέργεια για τη ζωή.
Συνεχίζω ακόμη να κοιτάζω
ένα σύννεφο,
...να κοιτάζω τη θάλασσα.
Θα μου άρεσε
να μπορέσω να αφηγηθώ τον άνεμο.
Αλλά είναι δύσκολο. "

Gian Maria Volonte

μια κραυγή στον πάνω όροφο. χυμάω στις σκάλες. μια καθαρίστρια έξω από την πόρτα. δωμάτιο 204. κάνω να σπρώξω την πόρτα, κάπου "βρίσκει". σκύβω στη χαραμάδα. ένας ημίγυμνος άντρας γερμένος στο πάτωμα. κάτω από το κεφάλι του μια άσπρη πετσέτα. είναι νεκρός; κάνω να πιάσω σφυγμό. πρώτη φορά άγγιζα το θάνατο, εκεί και τότε...

Φλώρινα, ξενοδοχείο "ΛΥΓΚΟΣ", 6 Δεκεμβρίου 1994, γύρω στις 11 το πρωί. ο Gian Maria Volonte κείτεται μπροστά μου νεκρός! μόλις λίγες ώρες πριν γλεντάγαμε αντάμα στον ημιόροφο, πίναμε κόκκινο κρασί και τραγουδούσε κατακόκκινα, επαναστατικά ιταλικά τραγούδια. δεν μας καληνύχτησε φεύγοντας. γύρισε, μας κοίταξε και είπε τρεις φορές: "δεν παραδινόμαστε, συνεχίζουμε!"

ο Αγγελόπουλος έτρεξε δίπλα μου, είδε τον Volonte με τα μάτια μιας παιδικής διαστολής, και γύρισε για να κλειστεί αμίλητος στο δωμάτιό του. το συνεργείο μαζεύτηκε στη reception. θυμάμαι σαν τώρα να περνά μπροστά μας η σωρός, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι. από τότε ο θάνατος φοράει λευκά μέσα μου...

ο Αγγελόπουλος με ειδοποιεί να ακολουθήσω τον ιατροδικαστή και τους αστυνομικούς στην πραγματογνωμοσύνη στο δωμάτιο του Volonte. ακόμη θυμάμαι τον καφέ του στο κομοδίνο, το μισοφαγωμένο κέηκ, τις σταγόνες στο μπάνιο, το ανεπαίσθητο εκμαγείο του κορμιού του στο στρώμα του κρεβατιού. οξύ ισχαιμικό ενώ έβγαινε από το μπάνιο, είπανε...

επιστρέφοντας στη reception κατεβαίνει μαζί μου κι ο Harvey Keitel. "λοιπόν, τι γύρισμα έχουμε σήμερα για cover set?". κάποιοι αντδρούν άσχημα στην ερώτησή του. κι όμως! το ίδιο βράδυ έμελλε να κάνουμε ένα από τα πιο όμορφα γυρίσματα. ένα γύρισμα με ένα πολύ παράξενο ordinno. έξω από το εκκλησάκι του νεκροταφείου, πολιτικός αποχαιρετισμός στον G.M.V.. με το "ΡΕΚΒΙΕΜ" στη διαπασσών, βουβοί, πυρακτωμένοι μες στο χιόνι. δεν κύλαγαν δάκρυα, φλόγες στάζαν...

ο Αγγελόπουλος είχε μείνει ώρες στο δωμάτιό του μόνος κι αμίλητος εκείνη τη μέρα. κάποια στιγμή μας καλεί στο δωμάτιό του, τρεις από τους συνεργάτες του. με μια φωνή που μόλις κι ακουγόταν ρωτά "τι κάνουμε". ο Κατσέλης απαντά σε τρίτο πρόσωπο! "εγώ ξέρω ότι ο Αγγελόπουλος, την ημέρα που πέθανε ο πατέρας του, πήγε για γύρισμα το ίδιο βράδυ".

έτσι και κάναμε... αποχαιρετήσαμε τον Gian Maria κρατώντας φυλακτό τα στερνά του λόγια:

"ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΙΝΟΜΑΣΤΕ, ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ"

πασχίζοντας να αφηγηθούμε τον άνεμο..
υγ: το ποίημα το συνάντησα στο blog της μικρής, καλής μου φίλης Αλίκης http://planitesskepseis.blogspot.com/ . η ταινία που γυρίζαμε τότε ήταν το "ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ" - ο πρώτος χειμώνας των γυρισμάτων. εκείνη τη μέρα μόλις είχαμε έρθει στη Φλώρινα από τη Σερβία. ήμουν φαντάρος τότε, με άδεια χωρίς ημερομηνία λήξης, να περνοδιαβαίνω σύνορα σαν να μην τρέχει μία.., αλλά αυτή είναι μια άλλη, απίστευτη ιστορία.άλλη φορά :)

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

η αγωγιμότητα στις φλόγες..

οι γεωτεκτονικές πλάκες Ευρώπης κι Αφρικής διαρκώς συγκλίνουν. στο μεταξύ, όμως, η Αφρική παραμένει ακόμη απέναντί μας ενώ εμείς παραμένουμε ...καφρική - ό,τι και αν μας κάνουν. ως πότε, όμως? μέχρι τότε θα βλέπουμε την Τυνησία και την Αίγυπτο στις τηλεοπτικές μας οθόνες. αλήθεια, τι αγωγιμότητα έχει η Μεσόγειος στις φλόγες?




σήμερα ήταν αναπόφευκτο να έχει περισσότερο κρύο. καιρό τώρα, ό,τι καιρό κι αν έχει, ο καιρός σταδιακή επιδεινώνεται. με τέτοιο καιρό ο καθένας διαλέγει καταφύγιο. μερικές φορές διαλέγουμε περισσότεροι το ίδιο καταφύγιο. πολλοί ...καθένας, όλοι μαζί

"Καφενείο Θησείο", το δικό μου καταφύγιο, ό,τι καιρό κι αν κάνει. ανοίγοντας την πόρτα ...του σήμερα δεν μπήκα μονάχος μέσα. μπήκαν μαζί μου τρία πουλιά! έξω ξεροστάλιαζαν και είπαν να ζεσταθούνε. τα δύο πετούνε παιχνιδίζοντας με τις χαρτοκοπτικές επιδόσεις της Φρόσως (της αφεντικίνας) γύρω από τα φωτιστικά του ταβανιού. το ένα κάθισε στο τραπέζι μου και μου φαίνεται πως με κοιτά στα μάτια.

εδώ μέσα νιώθω πως έκανε από πάντα ζέστη! από επιλογή, πάντα μονήρης η καταφυγή μου μέσα σε τόσο κόσμο. δύσκολα την μοιράζομαι. γράφω εδώ, από εδώ μέσα ταξιδεύω παντού. "εγκαταβύθιση" έγραφε κάπου ο Σαχτούρης.

ο σεβασμός που εισπράτω από κάποια βλέμματα εδώ μέσα με τρομάζει. άγνωστα βλέμματα, παράξενα οικεία, ανοίκειος στη θαλπωρή, λάβα καυτή στο χιόνι. "σαν νερό σε καυτό μέταλλο", αν θυμάμαι καλά, έλεγε κάπου η Kinski σε κάτι του Coppola... σχεδόν παρεξηγήθηκα όταν κάποτε έκανα να πληρώσω και μου είπαν "κερασμένο από τη Φρόσω". από τότε το συνήθισα σαν μια λυτρωτική ομολογία.

τώρα που κοιτάω το πουλί απέναντί μου σκέφτομαι ότι τόση ώρα δεν κοιτάει εμένα. κοιτάνε κάθετα τα πουλιά, όχι μπροστά τους, έτσι δεν είναι; και κάθετα απέναντί του είναι η νέα χαρτοκοπτική απόπειρα της Φρόσως στο πίσω τοίχο μου. μια φράση του Γκάντι:

"be the change you wish to see in the world"
να είσαι η αλλαγή που θα ήθελες να δεις στον κόσμο...

είμαι σίγουρος πια! το πουλί κοιτάει αυτό που εγώ δεν μπορώ να δω.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011













"που πάει ο καιρός που φεύγει
κι όταν φτάνει ξαναφεύγει" (Μ. Κριεζή)
ο χώρος τελειώνει κάπου, ο χρόνος ποτέ. ή, μήπως, ο χώρος τελειώνει κάποτε κι ο χρόνος κάπου; δεν ξέρω... για μένα, πάντως, ο χρόνος τελειώνει στο χώρο. έχω προσδιορίσει, μάλιστα, το ακριβές σημείο του τέλους του χρόνου!... και το επισκέπτομαι, χρόνια τώρα, το τελευταίο σούρουπο κάθε χρόνου

"πως να κρατήσω το φως που βασιλεύει" (Γκάτσος)
όταν ξεκίνησαν οι εφηβικές βόλτες πάνω από το Αστεροσκοπείο, στα δυτικά βράχια του Φιλοπάπου, ο Γκάτσος δεν είχε γράψει ακόμη τους στίχους του "Χειμωνιάτικου Ήλιου" μα εγώ θαρρούσα πως ήδη τους συλλάβιζα στην δύσθυμη σιωπή μου. τότε, με άλλον ποιητή πορευόμουν αλαμπρατσέτα - παντιέρα στην έπαρση μιας ετσιθελικής μοναξιάς:
"Καληνύχτα, το φως χαιρέτησέ μου" (Καρυωτάκης)

31 Δεκέμβρη, χρόνια τώρα, βολτάρω σούρουπο στου Φιλοπάπου. φωλιάζοντας στο βλέμμα μου την τελευταία αναλαμπή του χρόνου που φεύγει, αποχαιρετώντας το τελευταίο του φως. παλαιότερα, αγρίευα ανηφορίζοντας μόνος μια τέτοια μέρα εκεί πάνω. όλη την πόλη τριγύρω να βουίζει στην προσμονή της αλλαγής του χρόνου, μα εκεί πάνω ερημιά, και κρύο.

οι συνήθειες είναι η κινούμενη άμμος της λησμονιάς. ξεχνιόμαστε και ξεχνιούνται. είχα χρόνια να ανέβω. η σημερινή εικόνα πρωτόγνωρη! ακροβολισμένοι στα βράχια, μακριά ο ένας από τον άλλον, δέκα, ίσως και παραπάνω. διάφορες ηλικίες, ίδιο βάρος στο βλέμμα, κοινή κατεύθυνση στο βλέμμα, βλέμμα δίχως προορισμό. ένας απίστευτος χορός μοναχικών ανθρώπων, η μοναξιά που διαρκώς πληθαίνει, εγενώς ανίκανη κι φύσει ανήμπορη στους πληθυντικούς.

κοντοστάθηκα αντίκρυ. δεν κοιτούσα τον ορίζοντα πια. αναζητούσα το έσχατο φως του χρόνου βυθομετρώντας στα διάσπαρτα βλέμματα. κάποια στιγμή, κοιτώντας αυτή την απρόσμενη παρέα στην άλλοτε μοναχική μου καταφυγή, ήταν σαν να έβλεπα εμένα τον ίδιο σε διαφορετικές ηλικίες και φάσεις της ζωής μου, κάθε φορά και σε άλλο βράχο!

στο μεταξύ, με τρόπο σχεδόν μαγικό, ο χώρος άδειασε. απέμεινε στο βάθος, στον αγαπημένο μου βραχάκι, μονάχα ένα παιδί, ένας έφηβος με μακριά μαλλιά και παλτό μαύρο. τον έβλεπα πλάτη κι από μακριά. σαν να έβγαινα άξαφνα από βαθύ λήθαργο, γύρισα απότομα κι απομακρύνθηκα χωρίς να κοιτάζω πίσω μου. έφυγα σχεδόν τρέχοντας, με έναν ανεπαίσθητο τρόμο. πως μου ήρθε ετούτη η σκέψη μια τέτοια μέρα... έτρεμα μην γυρίσει προς τη μεριά μου το παιδί και δω πάνω του το αλλοτινό μου πρόσωπο, τον χρόνο που πεθαίνει, το τέλος του προσωπικού μου χρόνου. μα αυτό τον χρόνο κήδευα με τόση αλαζονία; τόσα χρόνια, τόσους χρόνους...

"ενθάδε κείται ο χρόνος που πεθαίνει", περιγέλαγα έφηβος στα διάσπαρτα βράχια... αχ γέρο Προυστ, έχω τις απαντήσεις...

"τώρα πέρασε ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά" :)))


σημείωση: το δημοσίευσα 31 Δεκέμβρη 2010 στη σελίδα μου στο facebook










"με την κίτρινη γλώσσα να τρεμοπαίζει
λιώνει συνέχεια το κερί
έτσι ακριβώς ζούμε εσύ κι εγώ
λιώνει το σώμα
λαμπαδιάζει η ψυχή"

Αρσένι Ταρκόφσκι, "Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας"

ο Ναζίμ μας καλούσε να καούμε για να γεννούνε τα σκοτάδια λάμψη. ο Μοσκώφ μας ένευε να αυτοπυρποληθούμε αν θέλουμε να αγαπηθούμε πραγματικά. εμείς, όμως, διάπυροι γνωρίζουμε την αφλογιστία μας. πόσες σπίθες να φωλιάζουνε άραγε στις στάχτες μας; λιωμένα κορμιά, ψυχές που σταχτίζουνε. ψυχές καμμένες...











"Σε περίμενα χθες απ' το πρωί
Μου είχαν πει πως δεν θα 'ρχόσουν
Και ο καιρός - θυμάσαι?-
Αληθινή γιορτή! Βγήκα χωρίς παλτό.
......
Ήρθες σήμερα κι η μέρα
είναι τόσο μουντή και πένθιμη
Τώρα που βρέχει κι είναι η ώρα περασμένη
Τώρα που οι βροχοστάλες λούζουν τα παγερά κλαδιά
Τώρα που ούτε λέξη ούτε μαντήλι
Μπορεί να τις σκουπίσει"

Αρσένι Ταρκόφσκι, "Λευκή Μέρα"

για τις βροχοστάλες των ματιών. για τα έξω δάκρυα. για τη λευκότητα της άχνης. για τα ανεξάντλητα νερά ανάμεσά μας. σε ουρανό και γή. αλλά και βαθιά εντός μας...

ΥΓ: το ποίημα ακούγεται off στην ταινία "Καθρέφτης" του πολυαγαπημένου Αντρέι Ταρκόφσκι (γιος του Αρσένι)

ΥΓ 2: αν δεν το "ταίριαζα" με την εικόνα από τα δάκρυα της βροχής, ίσως τολμούσα μια συνάντηση Ταρκόφσκι, Σκαρίμπα κι Άσιμου. "ήταν σαν να σε πρόσμενα κυρά" και "ουλαλούμ" (ή, κατά άλλους, "Lacrimae Hominis" - ανθρώπινα δάκρυα). Αρσένι και μπάρπα Γιάννης (σήμερα θα γιόρταζε)- far away, so close... φαντάζεστε τον Σκαρίμπα στα σκαλιά της "Νοσταλγίας" να απαγγέλει "Βοϊδάγγελους" μέσα στο αλλοπαρμένο πλήθος;

προσωπικό
















αποτυπώνω με όλα τα μέσα. αρχικά γράφοντας σε κάτι κινέζικα μαυροκόκκινα τετράδια. αργότερα με κάθε είδους μηχανή - φωτογραφική, κινηματογραφική, ηχοληπτική. δύο φορές ένιωσα να κινούμαι στα όρια των δυνατοτήτων της καταγραφής. η πρώτη στην κηδεία του Καζαντζίδη. μην έχοντας μαζί μου κάποια μηχανή, τηλεφωνούσα από το τότε κινητό μου (που δεν είχε τη λειτουργία της ηχογράφησης) στον τηλεφωνητή μου για να αποτυπώσω το μυριόστομο τραγούδι του κόσμου. η δεύτερη, όταν πρωτοβρέθηκα σε πανηγύρι στην Όλυμπο Καρπάθου.

ήταν Δεκαπενταύγουστος και το Πλατύ - η πλατεία του χωριού - ασφυκτικά γεμάτη. με την Μ. στριμωγμένοι σε ένα σκαλοπάτι - πριν λίγο μας είχε σηκώσει μια Ολυμπίτισσα αναφωνώντας "εδώ είναι η μερέα μου". μπροστά μας συντελούνταν - πρωτόγνωρα στα μάτια μας - τα θαύματα της Ολύμπου.

εκείνα τα χρόνια μόλις είχα ξεκινήσει τις ραδιοφωνικές "φωταψίες της άλλης όχθης". ίσως για αυτό επέλεξα σαν μέσο καταγραφής ένα mini disc που κουβάλαγα παντού μαζί μου. θέλοντας να μοιραστώ όλο αυτό που ζώντας το με συγκλόνιζε, άρχισα να μιλάω στο md περιγράφοντας ό,τι έβλεπα και ό,τι ένιωθα σε ενεστώτα χρόνο - ενεστώτα στον τόπο του ενεστώτα της άπειρης διαρκείας... (κάποτε, εκείνη τη, σχεδόν, δίωρη ηχογράφηση την παρουσίασα, δίχως μεταγενέστερο σχολιασμό, αυτοτελώς στην εκπομπή κι εκείνη ίσως ήταν από τις πιο όμορφες "φωταψίες" μου)

κάποια στιγμή με το md πλησίασα κι εστίασα για ώρα στα κρόσια από τα μαντήλια των κοριτσιών που είχαν πιαστεί στον κύκλο του Πάνω Χορού - του πιο χρονικά εκτατικού χορού του Αιγαίου. ηχογραφούσα εντυπωσιασμένος από τον ιδιόμορφο κρουστό τους ήχο. μια ρυθμική αγωγή από τα τόσο ιδιωματικά κι απρόβλεπτα κρουστά, τα κρόσια των μαντηλιών της ντόπιας φορεσιάς - το καβάι, όπως το λένε. μου θύμιζε τον κρουστά έγχορδο ήχο της καρπάθικης λύρας, με τα κουδουνάκια πάνω στο δοξάρι.

σήμερα ξεκίνησα τον 13ο χρόνο μου σαν δάσκαλος στα σεμινάρια πολυφωνικού τραγουδιού στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων. από τον Γενάρη του 1999 στην ίδια αίθουσα, χρόνια πολλά εκεί μέσα. κι όμως, μέσα στο πάθος των πολυφωνικών συνάξεων, όλα αυτά τα χρόνια σπάνια παρατηρούσα τις γύρω μου εικόνες.

σήμερα συγκινήθηκα απρόσμανα παρατηρώντας, για πρώτη φορά, ετούτη την εικόνα.1727, γκραβούρα του De la Montaye, κρουστά όργανα στις πλεξίδες της χορεύτριας γράφει η λεζάντα...

ανθρώπινος πόνος...

"Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο
για να πονούμε"

του Σεφέρη. με τον πόνο στα κόκκινα...

μέσα μου βρέχει...













πονάει το βλέμμα. λαχτίζει η βροχή ίσα στα μάτια. οι κόρες τους διαστέλλουν στην αγρύπνια. μέσα τους ο χρόνος καθιζάνει. ηλικία του βλέμματος, ταμιευτήρας του χρόνου...

υπήρχες μονάχα όσο σε έβλεπα. τώρα, η θωριά σου ταφόπλακα στο βλέμμα μου. δεν βλέπω πια, απλά κοιτάζω. δεν υπάρχεις πια, εσύ ...ιππάρχεις. καλπάζοντας σαν άγριο άτι σε μια μνήμη σαλή.

οι σταγόνες της βροχής λαβώνουν τις λέξεις μου. η εικόνα σου υπάρχει πια έξω από σένα κι από μένα. μια εικόνα αδέσποτη που ταξιδεύει σαν σφαίρα.

οι λέξεις πρόκες στα βλέμματα. όπως και να σ' αγγίξω λαβώνομαι. το χάδι σου λάμα ίσα στα μάτια. βλεμματόμος! το βλέμμα ανοίγει στα δύο. έχω πια δύο χιτώνες. μα δεν έχω που να τους δώσω.

μέσα μου βρέχει. ο χρόνος παγώνει τα δάκρυα. σταλακτίτες που οδηγούν ίσα στα μέσα σπήλαια. τα σπήλαια των βλεμμάτων...

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

φωτοβατώντας στα σκοτάδια...

‎"το σ' αγαπώ
πάνω στου μπράτσου μου χαράζω την πληγή"

έτσι, σαν χαρακιά ενδοφλέβια. σαν ζεϊμπέκικο στη μέση του δρόμου. στη μέση της εθνικής. νιφάδες να χαϊδεύουν το πρόσωπο. άλλοτε σαν πρόστυχα φιλιά. άλλοτε σαν καυτά δάκρυα. σήκωναν αντάρα χνώτα, φιλιά και δάκρυα. στο μεταξύ, ο χρόνος ταξίδευε. κι εγώ αποξεχάστηκα φωτοβατώντας στα σκοτάδια. είπα, τότε, να ρίξω ένα σάλτο στον ουρανό, να πιαστώ από την άκρη του φεγγαριού, να παίξω τραμπάλα το φως και το σκοτάδι μου μέχρι να δω πεφτάστερα να λικνίζονται στα δυο σου μάτια. περίμενα πολύ, ήλιοι και φεγγάρια, αντάρες και βροχές διάβαιναν με ταχύτητες ακατανόητες, ασύλληπτες ανάμεσά μας. στο τέλος, δεν άντεξα. ρίχτηκα στο ατελειωτο κενό, σαν άστρο χύθηκα, να ευχηθείς με το χαμό μου. εκεί, στα αστροφώτιστα διαστήματα φωτοβατώ ακόμη, ακτινοβόλο μαύρο φως. βασάλτης πυρακτωμένος. φωτοβολώ σκοτάδι νάχεις να κρύβεσαι τις νύχτες, νάχεις να λάμπει το φωσάκι σου. πως αλλιώς, λεζάντα στο φως σου φως μου, λεζάντα στο ζεϊμπέκικο των άστρων...

ουρανέ μου, σε προσκυνώ, μα πρόσεχε, όπου νάναι σαλτάρω στα χάη σου. πληθυντικός του άπειρου, πληθυντικός του χάους...

"βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα
...μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα"

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

το μίσος της αγάπης...

"δεν υπάρχει μίσος πιο μεγάλο από αυτό που γεννιέται
ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν κάποτε αγαπηθεί"

Ευριπίδης, "Μήδεια"
απόδοση Γιώργου Χειμωνά

το τέλος της τραγωδίας;
"αυτά που ήταν να γεννούν δεν έγιναν ποτέ
κι αυτά που γίνονται δεν ήταν για να γίνουν
σιωπή σιωπή"

όλα αντέχονται!
πέρα από αυτήν την παρατακτική παράθεση της σιωπής...

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος

‎"γλιστρούν επάνω μου τα χέρια σου
όπως ξέρουν να πεινούν μόνον οι πέτρες"
ο Έκτωρ Κακναβάτος κάτι ήξερε από πέτρες. μαθήτευσε στη εξορία την τέχνη τους. δεν απολιθώθηκε, όμως, απλά, χθες διάλεξε να κόψει τα τσανάκια του με την αθανασία:
"εσύ που με το πρώτο σύννεφο άφησες μόνα τους
στις ερημιές τ' αθάνατα χάνεσαι σύψυχος"
...χάθηκε σύψυχος, έτσι όπως χάνονται όσοι εχουν ζήσει με ακέραια την ψυχή τους. ίχνος του μια μνήμη άδηλης χειραψίας:
"το χέρι σου μέσα στη φούχτα μου
λαβωμένος σπίνος που δεν μου τραγούδησε
άγια μετάληψη που δεν την ήπια"
ίχνος του μια προτροπή αφορισμός:
"μην ενδίδετε, δεν τελειώνει ο πόλεμος με τα ιδεώδη"
ίχνος τα μάτια του:
"του αμάραντου αμάξια είναι τα μάτια σου"
έφυγε αλλά θα στοιχειώνει τις νύχτες, διαβαίνοντας εγκάρσια τα σκοτάδια τους:
"πιο πέρα κατουρά τις πόρτες των αστών
μετράει τα παράθυρά τους εχεφρόνως
σφυρίζει Κάλβο"
αυτός ή η αγρυπνία των ποιητών:
"έλιωσα με κεριά στις αγρυπνίες"
γιατί λιώνει το φως κι η νύχτα το διψάει:
"δύο ώρες τον κατάπινε η νύχτα
μ΄άλλα που ξεράθηκαν ηλιοτρόπια"
ήπια ένα κρασί απόψε σαν αντίο:
"όλς οι γενιές είναι του λίθου
και μόνο ο οίνος όχι"
η νύχτα που διψά για φως κι η πέτρα που πεινάει...
καλό ταξίδι Έκτωρα Κακναβάτε...

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010